Saturday, September 7, 2013

Ο Σαμαράς δε λέει χαζομάρες - απλά απευθύνεται στους μικροαστούς


Μου ζήτησαν κάποιοι αναγνώστες να σχολιάσω την ομιλία του Σαμαρά (την οποία πάντως εγώ δεν την παρακολούθησα, έχω δουλειά και άλλα σημαντικότερα πράγματα να κάνω από το να ακούω τους πολιτικαντισμούς του).

Παρόλα αυτά, αποφάσισα να αναδημοσιεύσω ένα κείμενο που νομίζω ταιριάζει στην περίσταση, και  δείχνει ότι αλλού απευθύνεται ο Σαμαράς, και όχι σε εμάς, και γι' αυτό καλό θα ήταν να σταματήσουμε να λέμε ότι "λέει χαζομάρες".

Δεν λέει "χαζομάρες", απλά απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, τους λεγόμενους "νοικοκυραίους". Και όσο η αριστερά αδυνατεί να πει κάτι σοβαρό και αδυνατεί να εμπνεύσει--εκπαιδεύσει-οργανώσει ακόμα και τους εργάτες, σιγά μην καταφέρει να πείσει τους μικροαστούς, που αποτελούν το "παραδοσιακό" ακροατήριο του Σαμαρά και του κάθε Σαμαρά.

Αστοί, νοικοκυραίοι, εστιάτορες και καφετζήδες
"Σίγουρα λεφτά και εισόδημα μεγάλο" είναι το σύνθημα που γράφει στη σημαία της η αστική τάξη, αυτή η παρακμιακή αστική τάξη που γνωρίζει πλέον να αυξάνει τα κέρδη της μόνο χάρη σε προνόμια: χάρη στους μισθούς πείνας που επιβάλλουν οι μνημονιακές κυβερνήσεις, στις φοροαπαλλαγές, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή, την εύκαμπτη και ανυπεράσπιστη, και για αυτό υπάκουη εργασιακή δύναμη, στη διάλυση των θεσμών προστασίας των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων. Πρόσφατο δείγμα της παρακμής της επιχειρηματικής τάξης, η δήλωση των εστιατόρων και των καφετζήδων ότι δεν προτίθενται να μετατρέψουν σε μείωση των τιμών την αναγγελθείσα μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση. Πρόκειται για γλαφυρό παράδειγμα της ανικανότητας της επιχειρηματικής τάξης, μικρής και μεγάλης, να διατυπώσει και να ακολουθήσει μια ηγεμονική πολιτική, δηλαδή μια πολιτική που θα μπορούσε να εμφανίσει την επιδίωξη του ιδιοτελούς συμφέροντος της επιχειρηματικής τάξης ως συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Βρισκόμαστε πλέον σε μια εκπληκτική ιστορική φάση κατά την οποία η κυρίαρχη αστική τάξη και ο ταπεινός δούλος της, η παλαιά μικροαστική τάξη, όχι μόνο δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν το γενικό συμφέρον (έστω ως έμμεση και στρεβλή έκφραση του δικού τους εγωιστικού συμφέροντος), αλλά δεν το θεωρούν και αναγκαίο -ούτε και έχουν την ευφυία να μην επιδεικνύουν το γυμνό συμφέρον τους. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ηγεμονικής κρίσης και το ερώτημα που μπορούμε πλέον να θέτουμε είναι με ποιο τρόπο αυτή η ηγεμονική κρίση μπορεί να μετατραπεί (ή να μην μετατραπεί) σε επαναστατική κατάσταση.
Έχει σημασία, όμως, να δούμε προς το παρόν με ποιο τρόπο η παροχή διαδοχικών προνομίων από την αστική τάξη στην παλαιά μικροαστική τάξη δένει τη συμμαχία τους.
Με σημείο εκκίνησης το δεύτερο μνημόνιο, η κυβέρνηση της ΝΔ υλοποιεί μια πολιτική συμμαχίας της αστικής τάξης με την παλαιά μικραστική τάξη με μέσο την ενσωμάτωση ορισμένων κρίσιμων, βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της στο Κράτος: ανεξέλεγκτη φορολογική συμπεριφορά των μικρών επιχειρήσεων στο εμπόριο, την εστίαση και λοιπούς κλάδους μικρής επιχειρηματικότητας, ελεύθερη χρήση της μαύρης εργασίας, κατάργηση των ωραρίων, σχεδόν δωρεά εργασία, κατάργηση ακόμη και του στοιχειώδους ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας. Η κυβέρνηση της ΝΔ υλοποιεί τα πιο τρελά όνειρα του μικρού καπιταλιστή. Ενώ το πρώτο μνημόνιο βύθιζε στην κρίση τις μικρές επιχειρήσεις περιορίζοντας δραματικά την εσωτερική ζήτηση, επομένως και τις πωλήσεις, με το δεύτερο μνημόνιο και τα νομοθετήματα που ακολούθησαν, η αστική τάξη βάζει ξανά κάτω από την ομπρέλα της την παλαιά μικροαστική τάξη των μικρών επιχειρήσεων, του εμπορίου και της αυτοαπασχόλησης, της ανδροκρατούμενης οικογένειας-επιχείρηση, της μικρής ιδιοκτησίας, της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας. Η αστική τάξη φροντίζει πια για τον παραδοσιακό της σύμμαχο, τους Νοικοκυραίους.
Ο "νοικοκυραίος", μια λέξη που δεν έχει περάσει ακόμη στα λεξικά, είναι προϊόν της γενικής διάνοιας, της συλλογικής ευφυίας των αριστερών, των αναρχικών και των αντιεξουσιαστών, για να στοχεύσει σε ένα ιδιαίτερο είδος νοικοκύρη. Πρόκειται για την τυπική φιγούρα ενός ατόμου του οποίου η συμπεριφορά καθοδηγείται από τις αξίες της Δεξιάς: Ο Δεξιός φροντίζει πρώτα τον εαυτό του, μετά το νοικοκυριό του (την οικογένειά του), και ίσως μετά να φροντίσει και άλλους, στα πλαίσια κάποιου φιλανθρωπικού ενδιαφέροντος εάν του περισσέψουν ο χρόνος και το χρήμα. Για τον Νοικοκυραίο, η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο ο εαυτός του και η οικογένειά του, το νοικοκυριό του, και αυτά φροντίζει: είναι ένας τυπικός Δεξιός. Το βάθος της έννοιας του "νοικοκυραίου" δεν σταματάει όμως εκεί. Ποτέ δεν θα αποκαλέσουμε "νοικοκυραίο" έναν τραπεζίτη, έναν εφοπλιστή, έναν ιδιοκτήτη μεγάλης ή μεσαίας επιχείρησης, ένα μεγαλοστέλεχος του ιδιωτικού τομέα, έναν διαφημιστή ή τους άλλους μπάτλερ της εξουσίας: ο τυπικός Νοικοκυραίος βασίζει την ευημερία του στην μικρο-ιδιοκτησία, την αυτοαπασχόληση, τη βιοτεχνία και το μικρό εμπόριο, τις πελατειακές σχέσεις, την εκμετάλλευση των μεταναστών, αλλά και των "εργαζομένων και μη αμειβόμενων μελών της οικογενείας", σε έναν καλό γάμο. Ο χειρότερος εχθρός του είναι η κοινωνική αλλαγή. Είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο απειλητικές πραγματικότητες: Από την μια βρίσκεται αντιμέτωπος με την διάθεση της αστικής τάξης να συγκεντρώνει και να συγκεντροποιεί την παραγωγή, να αλλάζει την καθημερινή ζωή και την κοινωνικοποίηση των ατόμων προκειμένου να μεγιστοποιεί τα κέρδη της και να ξεπερνάει τις κρίσεις της. Από την άλλη, ο Νοικοκυραίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον χειρότερο εφιάλτη του, τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς, αυτούς που θέλουν να φέρουν τα πάνω κάτω ενώ η δική του ευημερία βρίσκεται στην κοινωνική "σταθερότητα", όπως εκείνος ονομάζει τη στασιμότητα. Η στασιμότητα, η ησυχία, η τάξη και η ασφάλεια που επιδιώκει, είναι όροι για να μην απαξιωθούν τα περιουσιακά του στοιχεία, το "ανθρώπινο κεφάλαιό" του, η θέση που με κόπο κατέκτησε στο εμπόριο ή στην παραγωγή, στα κοινωνικά δίκτυα που του παρέχουν εξυπηρετήσεις, η θέση που κατέκτησε στην περιφέρεια του κρατικού πελατειακού συστήματος, το σύστημα αξιών που του επιτρέπει να κρατάει τους συγγενείς στην πειθαρχία που αρμόζει στην ιδιοτέλεια της οικογένειας ως μονάδα συμπύκνωσης συμφερόντων. Όσο για το μέλλον δεν έχει να προτείνει καμμιά αλλαγή. Εγκλωβισμένος ανάμεσα στις δύο δυνάμεις κοινωνικής αλλαγής, ο τυπικός Νοικοκυραίος απειλείται από παντού με προλεταριοποίηση. Γίνεται για αυτό ο υπέρμαχος όλων των συντηρητικών αξιών, από την Πατρίδα, την Θρησκεία και την Οικογένεια, έως την Αστυνομία, την Θανατική Ποινή και τον Σεξισμό1.
Έτσι δένει η συμμαχία της αστικής τάξης με την παλαιά μικροαστική τάξη χάρη στη μνημονιακή πολιτική από το δεύτερο μνημόνιο και μετά. Όχι μόνον έτσι: δένει τη συμμαχία και με την ενσωμάτωση συμφερόντων της παλαιάς μικροαστικής τάξης στο Νέο Εμφυλιοπολεμικό Κράτος.
Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι ούτως ή άλλως η παλαιά μικροαστική τάξη, η τάξη των νοικοκυραίων, προσδένεται συστημικά στο άρμα της αστικής τάξης, ακόμη και όταν τα αφεντικά του μεγάλου κεφαλαίου επιβάλλουν θυσίες στους νοικοκυραίους επειδή υπερισχύει η ακραία απέχθεια που νοιώθουν για την Αριστερά -συναίσθημα που τροφοδοτείται από την αγάπη του νοικοκυραίου για την στασιμότητα: εάν η αστική τάξη είναι μια φορά "ανατρεπτική", οι εργαζόμενες τάξεις όταν ακολουθούν την δική τους ταξικά αυτόνομη πορεία είναι δέκα φορές πιο επαναστατικές (και όταν δεν είναι πραγματικά επαναστατικές, παραμένουν τέτοιες στο φαντασιακό του μικροαστού νοικοκυραίου). Η συμμαχία της αστικής με την παλαιά μικροαστική τάξη, θα εμφανιζόταν έτσι ως δεδομένη και ανεξάρτητη από την πολιτική σύγκυρία. Αυτό ωστόσο, δεν ισχύει ακριβώς έτσι, με την έννοια ότι σε συνθήκες οξείας κρίσης, σαν τη σημερινή, η παλαιά μικροαστική τάξη δεν στρέφεται μεν προς την Αριστερά, αλλά στρέφεται προς τον φασισμό ή την ακροδεξιά, για να αμυνθεί στις οικονομικές επιθέσεις που δέχεται από την μεγάλη αστική τάξη. Η παλαιά μικροαστική τάξη, όταν αντιπολιτεύεται τους αφέντες της, την αστική τάξη, τους αντιπολιτεύεται με τη μορφή ακροδεξιού ή του φασιστικού "ριζοσπαστισμού" προκειμένου να επιτύχει έναν νέο ταξικό συμβιβασμό που θα αναχαιτίσει τις δυνάμεις που συνθλίβουν τον νοικοκυραίο. Η πολιτική παροχών, που ασκείται από τη ΝΔ, προς τους μαγαζάτορες, τους ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό, τους εστιάτορες και προς λοιπά τμήματα δυναμικής επιχειρηματικότητας, παροχών που παίρνουν τη μορφή φθηνής (στα όρια της δωρεάν) αδήλωτης εργασίας, συμπίεσης στο ελάχιστο των φορολογικών υποχρεώσεων και κατάργησης όλων των θεσμών που προστάτευαν στο παρελθόν τους εργαζόμενους, είναι μια πολιτική που απομακρύνει την παλαιά μικροαστική τάξη από την ΧΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες και την ξαναβάζει κάτω από την ομπρέλα της μεγάλης αστικής τάξης, του Νέου Εμφυλιοπολεμικού Κράτους και της Δεξιας.
1 Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι αυτά δεν ισχύουν για όλους όσοι τυχαίνει να έχουν ένα εμπορικό κατάστημα ή μια μικρή παραγωγική επιχείρηση. Βεβαίως, αυτό είναι ορθό, για αυτό εξάλλου υπάρχουν και στις γραμμές μας αυτά τα επαγγέλματα. Όταν μιλάμε για κοινωνικές τάξεις μιλάμε με στατιστικούς όρους, δηλαδή για την πλειονότητα όσων έχουν αυτά τα ταξικά χαρακτηριστικά. Μερικοί ξεφεύγουν από τον οικονομικό προσδιορισμό της τάξης τους επειδή όπως όλοι μας ζουν μέσα στις ιδέες τους, στον κόσμο της ιδεολογίας που είναι ο αποκωδικοποιητής της πραγματικότητας.
Εμείς ξαναθυμίζουμε κάτι από τα παλιά, από το έργο του Μαρξ "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία 1848-1850 ":

"Κανένας δεν είχε αγωνιστεί στις μέρες του Ιούνη για την σωτηρία της ιδιοκτησίας και για την αποκατάσταση της πίστης πιο φανατικά από τους Παρισινούς μικροαστούς – τους καφετζήδες, τους εστιάτορες, τους ταβερνιάρηδες τους μικροέμπορους, πραγματευτάδες επαγγελματίες κλπ. Το μαγαζί ανασκουμπώθηκε και βάδισε ενάντια στο οδόφραγμα για να αποκαταστήσει την κυκλοφορία που οδηγεί από το δρόμο στο μαγαζί. Πίσω όμως από το οδόφραγμα στέκοταν οι πελάτες και οι οφειλέτες, μπρος του οι πιστωτές του μαγαζιού. Κι οταν τα οδοφράγματα γκρεμίστηκαν και οι εργάτες συντρίφτηκαν, κι όταν οι μαγαζάτορες, μεθυσμένοι από τη νίκη, έτρεξαν πίσω στα μαγαζιά τους, βρήκαν την είσοδο φραγμένη από ένα σωτήρα της ιδιοκτησίας, έναν επίσημο πράκτορα της πίστης, που τους παρουσίαζε τις απειλητικές επιστολές: ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο! ληξιπρόθεσμο νοίκι! ληξιπρόθεσμη τραβηχτική! χρεοκοπημένο μαγαζί ! χρεοκοπημένος μαγαζάτορας!

Διάσωση της ιδιοκτησίας! Όμως το σπίτι όπου κατοικούσαν δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Το μαγαζί που φυλάγανε δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Τα εμπορεύματα που πουλούσαν δεν ήταν ιδιοκτησία τους. Ούτε το μαγαζί τους, ούτε το πιάτο που τρώγανε, ούτε το κρεβάτι που κοιμούνταν άνηκαν σε αυτούς. Απ’ αυτούς ακριβώς έμπαινε ζήτημα να σωθεί η ιδιοκτησία προς όφελος του ιδιοκτήτη που τους είχε νοικιάσει το σπίτι, του τραπεζίτη που τους είχε προεξοφλήσει το γραμμάτιο, του κεφαλαιούχου που τους είχε δανείσει μετρητά χρήματα, του εργοστασιάρχη που τους είχε εμπιστευθεί σ’ αυτούς τους λιανοπωλητές εμπορεύματα για πούληση, προς όφελος του μεγαλέμπορα που είχε παραδώσει επί πιστώσει τις πρώτες ύλες σ’αυτούς τους επαγγελματίες. Αποκατάσταση της πίστης! Μα η ξαναδυναμωμένη πίστη αποδείχτηκε ένας ζωηρός και γεμάτος ζήλο θεός, ακριβώς γιατί έδιωξε από τους τέσσερεις τοίχους του τον αναξιόχρεο οφειλέτη μαζί με την γυναίκα και τα παιδιά του, παραδίνοντας την εικονική ιδιοκτησία του στο κεφάλαιο και ρίχνοντας τον ίδιο στη φυλακή για χρέη, στη φυλακή που ξαναϋψώθηκε απειλητικά πάνω από τα πτώματα των εξεγερμένων του Ιούνη.

Οι μικροαστοί είδαν με τρόμο ότι τσακίζοντας τους εργάτες, παράδωσαν τους εαυτούς τους χωρίς αντίσταση στα χέρια των πιστωτών τους. Η χρεοκοπία τους, που από το Φλεβάρη και ύστερα κέρδιζε χρόνο και που είχε φαινομενικά αγνοηθεί, κηρύχθηκε ανοιχτά ύστερα από τον Ιούνη. Η ονομαστική ιδιοκτησία τους είχε αφεθεί απείραχτη τόσο καιρό, όσο χρειάζοταν για να τους οδηγήσουν στο πεδίο της μάχης, εν ονόματι της ιδιοκτησίας. Τώρα που είχε ξεκαθαριστεί ο μεγάλος λογαριασμός με το προλεταριάτο, μπορούσε να ξαναξεκαθαριστεί ο μικρός λογαριασμός με τον μπακάλη. Στο Παρίσι, το συνολικό ποσό των γραμματίων που εκκρεμούσε η πληρωμή τους ήταν πάνω από 21 εκατομμύρια φράγκα, στις επαρχίες πάνω από 11 εκατομμύρια. Οι ιδιοκτήτες πάνω από 7.000 εμπορικών επιχειρήσεων του Παρισιού δεν είχαν πληρώσει το νοίκι τους από το Φλεβάρη."

Και κάτι ακόμα, για την κατάσταση της εργατικής τάξης τότε, όταν οι εργάτες ήταν ασυγκρότητοι και ηττήθηκαν εύκολα από ένα πραξικόπημα του Βοναπάρτη, ο οποίος πήρε την εξουσία με τις "ευλογίες" των μικροαστών της εποχής:

[...] Στην εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν κυριαρχούσε η γαλλική αστική τάξη, αλλά μόνο μια ομάδα της […] η λεγόμενη αριστοκρατία του χρήματος (σ.σ. τραπεζίτες, χρηματιστές, κτλ). Αυτή κάθισε στο θρόνο, αυτή υπαγόρευε τους νόμους στα κοινοβούλια, αυτή μοίραζε τις δημόσιες θέσεις

Η καθαυτό βιομηχανική αστική τάξη αποτελούσε ένα μέρος της επίσημης αντιπολίτευσης, δηλαδή δεν αντιπροσωπευόταν στα κοινοβούλια παρά σα μειοψηφία […] Η μικροαστική τάξη σ’ όλες τις διαβαθμίσεις της, όπως και η αγροτική τάξη είχαν αποκλειστεί ολότελα από την πολιτική εξουσία. […] Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντά της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάκτηση.

Ενώ η επανάσταση του 1789 άρχισε με την αποτίναξη των φεουδαρχικών βαρών από τους αγρότες, η επανάσταση του 1848, για να μη βάλει σε κίνδυνο το κεφάλαιο και για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού του, εμφανίστηκε στον αγροτικό πληθυσμό με την επιβολή ενός νέου φόρου. […] Η προσωρινή κυβέρνηση επέβαλε ένα πρόσθετο φόρο από 45 λεπτά σε κάθε φράγκο πάνω στους τέσσερις άμεσους φόρους [...] ο φόρος αυτός χτύπησε πριν απ’ όλα την αγροτική τάξη, δηλαδή την πλειοψηφία του γαλλικού λαού. Οι αγρότες έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα της επανάστασης του Φλεβάρη, και σ’ αυτούς η αντεπανάσταση βρήκε το κυριότερο υλικό της. Ο φόρος των 45 λεπτών ήταν για τον Γάλλο αγρότη ζήτημα ζωής ή θανάτου, και ο αγρότης το μετέτρεψε σε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη δημοκρατία. Από τη στιγμή αυτή η δημοκρατία για τον Γάλλο αγρότη ήταν ο φόρος των 45 λεπτών και στο παρισινό προλεταριάτο έβλεπε ο αγρότης τον άσωτο που καλοπερνούσε με δικά του έξοδα

Η 10η του Δεκέμβρη 1848 [εκλογή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στο προεδρικό αξίωμα] ήταν η μέρα της αγροτικής εξέγερσης. Μόνο απ’ τη μέρα αυτή χρονολογείται ο Φλεβάρης των Γάλλων αγροτών. [...] Η δημοκρατία είχε αναγγείλει την παρουσία της στην τάξη αυτή με το φοροεισπράκτορα κι εκείνη αναγγέλθηκε στη δημοκρατία με τον αυτοκράτορα. Ο Ναπολέων ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αντιπροσωπεύσει εξαντλητικά τα συμφέροντα και τη φαντασία της νέας τάξης των αγροτών που είχε δημιουργηθεί στα 1789. Η αγροτιά, γράφοντας το όνομα του Ναπολέοντα στην προμετωπίδα της δημοκρατίας, κήρυττε […] την επιβολή των ταξικών συμφερόντων της. Ο Ναπολέων δεν ήταν για τους αγρότες ένα πρόσωπο, αλλά ένα πρόγραμμα. […] Όχι άλλοι φόροι, κάτω οι πλούσιοι, κάτω η δημοκρατία, ζήτω ο αυτοκράτορας! Πίσω απ’ τον αυτοκράτορα κρυβόταν ο πόλεμος των χωρικών. Η δημοκρατία που καταψήφισαν ήταν η δημοκρατία των πλουσίων […] Για τη μικροαστική τάξη ο Ναπολέων σήμαινε την κυριαρχία του οφειλέτη πάνω στον πιστωτή.

Η εργατική τάξη ήταν αρκετά αποδυναμωμένη πολιτικά μετά την ήττα του Ιούνη του 1848, δεν συγκροτούσε κοινωνική δύναμη σε επαναστατική κατεύθυνση, για να αποτελέσει πόλο ταξικής συμμαχίας με τους μικροαστούς αγρότες. Άλλωστε, το προλεταριάτο ψήφισε μαζί με τη μικροαστική αγροτική τάξη Λουδοβίκο Βοναπάρτη, καθώς «η εκλογή του Ναπολέοντα σήμαινε […] την αποπομπή του αστικού δημοκρατισμού, την ακύρωση της νίκης του Ιούνη », την ήττα, τελικά, της πλουτοκρατικής δημοκρατίας των φόρων.

Η περαιτέρω αποδυνάμωση της εργατικής τάξης ως επαναστατικής κοινωνικής δύναμης ήρθε με την «κατάργηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος» με τον εκλογικό νόμο της 31 του Μάη του 1850 που «ήταν το coup d’ etat [πραξικόπημα] της αστικής τάξης»

Μόνο που ο εκλογικός νόμος της 31 του Μάη 1850, το απόκλειε [το προλεταριάτο] από κάθε συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Το ξέκοβε από αυτό το ίδιο το πεδίο της μάχης. Ξανάριχνε τους εργάτες πίσω στην κατάσταση του παρία που βρίσκονταν πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη . Οι εργάτες έτσι «απόδειξαν πως η ήττα του Ιούνη 1848 τους είχε κάνει για χρόνια ανίκανους για πάλη και πως η ιστορική πορεία θα πρέπει να συνεχίσει το δρόμο της περνώντας πρώτα-πρώτα πάνω από τα κεφάλια τους» Οι Γάλλοι αγρότες, εντούτοις, όχι μόνο ψήφισαν μαζικά στις 10 Δεκέμβρη 1848 τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη αλλά και τον στήριξαν εξίσου μαζικά στο πραξικόπημά του στις 2 Δεκέμβρη 1851, νομιμοποιώντας τον ανοικτά και με την ψήφο τους. Γράφει ο Μαρξ: «Η ιστορία τους κρατούσε από τον λόγο της και η πλειοψηφία ήταν σε τέτοιο βαθμό δεσμευμένη από τις αυταπάτες της που ίσα – ίσα στους πιο κόκκινους νομούς ο αγροτικός κόσμος ψήφισε ανοικτά το Βοναπάρτη»

Νομίζουμε ότι η λέξη-κλειδί εδώ είναι «αυταπάτες»: ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης σαν πρόγραμμα αυταπατών των μικροαστών αγροτών, για ένα καθεστώς και κράτος ενάντια στους κρατικούς φόρους, ενάντια στη δημοκρατία των πλουσίων-πιστωτών.

Λόγω της οικονομικής απομόνωσής της (που προκαλεί επίσης και το “μικροαστικό ατομικισμό”) και λόγω της οικονομικής συγγένειας και συνάμα αντίθεσης προς την αστική τάξη και το προλεταριάτο, η μικροαστική τάξη πιστεύει στη φενάκη του υπερταξικού ουδέτερου κράτους. Προσμένει ότι το ουδέτερο κράτος θα της φέρει το εξ ουρανού μάννα, δηλαδή ότι θα βάλει τέλος στην κατάντιά της. Στην ακραία περίπτωση, οδηγείται συχνά σε μια “λατρεία του κράτους”. Τότε, η μικροαστική τάξη ταυτίζεται με το κράτος.

Οι μικροαστοί αποτελούν συχνά μια τάξη-στήριγμα του κράτους». Ιδίως ποιου κράτους; «Η συμμαχία τους με την αστική τάξη δεν είναι άμεση, αλλά πραγματοποιείται χάρη στην υποστήριξη εκείνων των μορφών κράτους που η μικροαστική τάξη θεωρεί αντίθετες προς τα συμφέροντα της αστικής τάξης και πρόσφορες στα δικά της» . Μια τέτοια μορφή κράτους της οποίας αποτέλεσαν ιστορικά τάξη-στήριγμα οι μικροαστοί αγρότες αποτελούσε το βοναπαρτικό κράτος εκτάκτου ανάγκης. «Ο εκλεκτός των αγροτών δεν είναι ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, μα ο Βοναπάρτης που διάλυσε το αστικό κοινοβούλιο»

η εξωκοινοβουλευτική μάζα της αστικής τάξης […] καλούσε τον Βοναπάρτη να καταπιέσει, να εκμηδενίσει το τμήμα της που μιλούσε και έγραφε, τους πολιτικούς της και τους συγγραφείς της, το ρητορικό της βήμα και τον τύπο της, έτσι που να μπορεί γεμάτη εμπιστοσύνη, κάτω από την προστασία μιας ισχυρής και απολυταρχικής κυβέρνησης να ασχολείται με τις ιδιωτικές της υποθέσεις.

Σε αυτές τις συνθήκες «οι ρήτορες και οι γραφιάδες της αστικής τάξης, το βήμα της και ο τύπος, με λίγα λόγια, οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης καθώς και η ίδια η αστική τάξη, οι αντιπρόσωποι και οι αντιπροσωπευόμενοι, στέκονταν σαν ξένοι μεταξύ τους και δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο».

«Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν η μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης σε μια εποχή που η αστική τάξη είχε χάσει πια την ικανότητα να κυβερνά το έθνος και η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα αποκτήσει αυτή την ικανότητα»